Ο όρος σκυλάδικο δηλώνει το λαϊκό νυχτερινό κέντρο και, κατ' επέκταση, το είδος τραγουδιού που ακουγόταν σε αυτό. Έχει μειωτική χροιά, καθώς συνδέθηκε με το στερεότυπο της κατώτερης μουσικής ποιότητας, των τετριμμένων στίχων και της εμπορευματοποίησης του συναισθήματος. Η ετυμολογία του παραμένει αβέβαιη. Η πιο διαδεδομένη εκδοχή τον συνδέει με το «γάβγισμα» ατάλαντων τραγουδιστών και τραγουδιστριών. Σε δημοσίευμα του Αντώνη Καρκαγιάννη στην Καθημερινή (2002) καταγράφεται η μαρτυρία παλαιού κατοίκου της Τρούμπας. Σύμφωνα με αυτήν, οι εκδιδόμενες γυναίκες της γέφυρας του Αγίου Διονυσίου και οι φτωχοί πελάτες τους, αποκαλούνταν «σκύλες» και «σκύλοι», και κατ' αναλογία τα δεύτερης κατηγορίας μαγαζιά της Τρούμπας ονομάστηκαν σκυλάδικα. Μια τρίτη εκδοχή συνδέει τη λέξη με τον «σκυλόμαγκα» του Μεσοπολέμου.
Η λέξη μαρτυρείται ήδη το 1935, σε ρεπορτάζ του Αλέκου Λιδωρίκη στην εφημερίδα Ακρόπολις για ένα επαρχιακό κέντρο. Το φαινόμενο διαμορφώθηκε όμως μεταπολεμικά, όταν η εσωτερική μετανάστευση δημιούργησε στα αστικά κέντρα ένα νέο κοινό που αναζητούσε φθηνή διασκέδαση με ζωντανή λαϊκή μουσική. Ο Ηλίας Πετρόπουλος συνέδεσε την εμφάνιση των σκυλάδικων με την αστικοποίηση των λαϊκών κέντρων. Καθώς αυτά μετατρέπονταν σε πολυτελή μαγαζιά, ο κόσμος της μαγκιάς στράφηκε τη δεκαετία του 1950 σε φθηνότερα κέντρα στην περιφέρεια των μεγάλων πόλεων. Μετά τη Μεταπολίτευση, τα κέντρα αυτά πολλαπλασιάστηκαν στις λεωφόρους της Αθήνας (Συγγρού, Αχαρνών), στις εθνικές οδούς, στις επαρχιακές πόλεις και στην Κύπρο.
Η δεκαετία του 1980 θεωρείται η περίοδος ακμής τους. Το μουσικό πρόγραμμα ακολουθούσε σταθερή ιεραρχία. Η ορχήστρα άνοιγε τη βραδιά και ακολουθούσαν τα δεύτερα ονόματα, οι χορεύτριες τσιφτετελιού και ο κομπέρ ή σόου μαν· η κορύφωση ανήκε στη φίρμα. Η οικονομία του κέντρου στηριζόταν στην κονσομασιόν και στην πώληση πιάτων για σπάσιμο και, αργότερα, λουλουδιών για ρίψη στην πίστα. Οι παραγγελιές, οι αφιερώσεις και η διεκδίκηση του πρώτου τραπεζιού πίστα μετέτρεπαν τον/τη θαμώνα σε συμμέτοχο της παράστασης και επιβεβαίωναν δημόσια το κύρος του/της. Τη δεκαετία του 1990 τα κέντρα της «μεγάλης πίστας», με τηλεοπτικούς αστέρες, υιοθέτησαν τις ίδιες πρακτικές σε πολυτελέστερη μορφή. Ο Γεώργιος Κανέλλος συνδέει την άνοδό τους με τη διαμόρφωση της λαϊκής πολιτισμικής ταυτότητας στην ύστερη Μεταπολίτευση.
Οι θεωρητικές προσεγγίσεις εστιάζουν στην κοινωνική, επιτελεστική και τελετουργική διάσταση του σκυλάδικου. Ο Λεωνίδας Οικονόμου έδειξε ότι ο όρος λειτούργησε ως εργαλείο αξιολογικής και κοινωνικής διάκρισης. Μια ανθρωπολογική μελέτη του 2001 για την Παραλιακή του Πειραιά εξέτασε τη «σκυλότητα» ως πρότυπο κατανάλωσης και ταυτότητας που υπερβαίνει τον ίδιο τον χώρο του κέντρου. Ως χώρος όπου αναστέλλονται προσωρινά οι κανόνες της καθημερινότητας, το σκυλάδικο προσφέρεται για ανάγνωση ως ετεροτοπία, κατά τον όρο του Michel Foucault [Μισέλ Φουκώ]. Η κιτς αισθητική, η υπερβολική σκηνική παρουσία και η συμμετοχικότητα του κοινού το συγγενεύουν με το καμπαρέ. Από τη δεκαετία του 2000 το φαινόμενο επαναξιολογήθηκε ως αντικείμενο κοινωνιολογικής και ανθρωπολογικής έρευνας.
Το σκυλάδικο έχει αποτελέσει συχνό θέμα της καλλιτεχνικής δημιουργίας. Στο θέατρο, η ομάδα bijoux de kant [μπιζού ντε καντ] παρουσίασε το ΡΑΜΟΝΑ travel / η γη της καλοσύνης (2014) της Γλυκερίας Μπασδέκη, σε σκηνοθεσία Γιάννη Σκουρλέτη. Ο Κωλόκαιρος (2022) του Αντώνη Τσιοτσιόπουλου, σε σκηνοθεσία Γιώργου Παλούμπη, εκτυλίσσεται σε λαϊκό κέντρο της Ελευσίνας. Το μυθιστόρημα Αυτή η νύχτα μένει (1994) του Θάνου Αλεξανδρή μεταφέρθηκε στον κινηματογράφο από τον Νίκο Παναγιωτόπουλο (2000) και στην τηλεόραση (2022 – 2023). Στη σκηνή το ανέβασαν η Κίρκη Καραλή (2016) και το Κρατικό Θέατρο Βορείου Ελλάδος (2025). Ο κόσμος των σκυλάδικων αποτυπώθηκε επίσης στην ταινία Όλα είναι δρόμος (1998) του Παντελή Βούλγαρη και στο μυθιστόρημα Η φωνή (1998) του Χρήστου Χωμενίδη. Εμφανίζεται ακόμη στο χρονικό Έρωτες στη Μεταπολίτευση (2019) του Διονύση Χαριτόπουλου και στο κόμικς Σκυλονουάρ (2025).